Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Ερνστ Χέμινγουεϊ - Ο γέρος και η θάλασσα (1952) απόσπασμα

Ερνστ Χέμινγουεϊ (Ιλινόις 1899 - Άινταχο 1961). Αμερικανός συγγραφέας. Μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, ποιητής και δημοσιογράφος. Αυτοκτόνησε. Νομπέλ 1954. Έργα του: Ο ήλιος θα ανατείλει ξανά 1926, Αποχαιρετισμός στα όπλα 1929, Για ποιον χτυπά η καμπάνα 1940. Ο γέρος και η θάλασσα ήταν γι' αυτόν το καλύτερο βιβλίο που είχε γράψει.



{...} Ήτανε δύσκολο να τα καταφέρει στα σκοτεινά, και μια φορά που το ψάρι έδωσε ένα τράνταγμα, το έριξε κάτω, και του έκανε μια κοψιά κάτω από το μάτι, Το αίμα κατηφόρισε στο μάγουλό του για λίγο. ΄Επηξε όμως και ξεράθηκε, προτού να φτάσει στο σαγόνι, κι ο γέρος πήρε πάλι τη θέση του, μπροστά στην πλώρη, πάνω στα ξύλα. Βόλεψε το σακί, και με προσοχή μετατόπισε την πετονιά, στους ώμους του, και κρατώντας την τεζαρισμένη, υπολόγισε προσεκτικά το βάρος του ψαριού, κι έβαλε το χέρι  του στη θάλασσα, για να λογαριάσει το δρόμο της βάρκας στο νερό.

Αναρωτιέμαι γιατί τραντάχτηκε έτσι, σκέφτηκε. Θα πρέπει να γλίστρησε το σύρμα απάνω στο λόφο της ράχης του. Βέβαια η ράχη του δεν μπορεί να το πονάει όσο πονάει η δικιά μου. Μα δεν μπορεί να τραβάει για πάντα τούτη τη βάρκα όσο μεγάλο και να ’ναι. Τώρα ξεκαθάρισα ό,τι θα μπορούσε να με βάλει σε μπελάδες κι έχω μπόλικο σκοινί για ρεζέρβα, ό,τι μπορεί να να ζητήσει ένας άνθρωπος.

- Ψάρι είπε γλυκά και δυνατά. Θα κάτσω κοντά σου μέχρι να πεθάνω.
Υποθέτω, πως κι αυτό θα κάτσει  μαζί μου, σκέφτηκε ο γέρος, και περίμενε ίσαμε να χαράξει. Έκανε ψύχρα τούτη την ώρα, πριν το χάραμα, και μαζεύτηκε απάνω στο ξύλο για να ζεσταθεί. Μπορώ να το τραβήξω μέχρι κει που θ’ αντέξει κι αυτό, συλογίστηκε.
Με τη χαραυγή η πετονιά ήταν απλωμένη και πήγαινε βαθιά στο νερό. Η βάρκα έπλεε σταθερά, και μόλις ο ήλιος έσκασε, έστειλε την πρώτη αχτίδα του πάνω στο δεξί ώμο του γέρου.
Όταν ο ήλιος ξεπρόβαλε ολόκληρος, ο γέρος κατάλαβε πως το ψάρι δεν ήταν κουρασμένο. Μονάχα ένα σημάδι του’δινε κουράγιο. Η κλίση της πετονιάς έδειχνε ότι κολυμπούσε σε μικρότερο βάθος. Μα αυτό φυσικά δεν πήγαινε να πει ότι αναγκαστικά θα πήδαγε. Όμως δεν ήταν και απίθανο.
- Ας πηδήξει Θεέ μου, είπε ο γέρος. Έχω μπόλικο σκοινί για να τα βγάλω πέρα.
Άμα τεζάρω λίγο το σκοινί λίγο ακόμα, μπορεί να πονέσει και να πηδήξει συλογιότανε. Τώρα που ξημέρωσε ας πηδήξει, έτσι, θα γεμίσουν αέρα οι σακούλες που είναι στο μάκρος της ρακοκοκαλιάς του, και δεν θα μπορεί να πάει στα βαθιά να ψηφήσει. {...}

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...