Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Αντιγόνη - Σοφοκλής

Ἀντιγόνη
ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα,
ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ὅ τι Ζεὺς τῶν ἀπ᾽ Οἰδίπου κακῶν
ὁποῖον οὐχὶ νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ;
οὐδὲν γὰρ οὔτ᾽ ἀλγεινὸν οὔτ᾽ ἄτης ἄτερ
οὔτ᾽ αἰσχρὸν οὔτ᾽ ἄτιμόν ἐσθ᾽, ὁποῖον οὐ 5
τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ᾽ ἐγὼ κακῶν.
καὶ νῦν τί τοῦτ᾽ αὖ φασι πανδήμῳ πόλει
κήρυγμα θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
ἔχεις τι κεἰσήκουσας; ἤ σε λανθάνει
πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά; 10
(Ισμήνη μου, αδελφή μου, μάτια μου,
ξέρεις ποιες συμφορές περίσσεψαν απ' τον Οιδίποδα
που δεν τις φόρτωσε σε μας τις δυο τις ζωντανες ο Δίας;
Θλίψη κατάρα, καταφρόνια και ντροπή
δεν είδα να περίσσεψε καμιά
και στις δικές μου συμφορές και στις δικές σου.
Τώρα, τι να 'ναι πάλι η προσταγή του στρατηγού
που γέμισε της αγορά προσώρας, καθώς λένε;
πήρε τ' αυτί σου κι έμαθες; ή δεν ψυχανιμίζεσαι
αντάρες εχθρικές εκείνους που αγαπάμε να σιμώνουν;)

Ἰσμήνη
ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη φίλων
οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς ἵκετ᾽ ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο,
μιᾷ θανόντοιν ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς 15
ἐν νυκτὶ τῇ νῦν, οὐδὲν οἶδ᾽ ὑπέρτερον,
οὔτ᾽ εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ᾽ ἀτωμένη.
(Είδηση καν δεν πήρα, καλή κακή,
για κείνους που αγαπάμε, Αντιγόνη,
απ' τη στιγμή που χάσαμε κι οι δυο μας αδέρφια δυο
που αλληλοσκοτώθηκαν στην ίδια μέρα μέσα·
απ' τη στιγμή που πήρε πόδι των Αργείων ο στρατός
τη νύχτα που πέρασε, τίποτα παραπάνω δεν έμαθα,
μήτε παρηγοριά καλή μήτε και συμφορά μου).
Ἀντιγόνη
ᾔιδη καλῶς, καί σ᾽ ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν
τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽ ἐξέπεμπον, ὡς μόνη κλύοις.
(Το 'ξερα σίγουρα, γι' αυτό και μήνυσα να 'ρθείς
στις έξω θύρες της αυλής ν' ακούσεις μόνη).
Ἰσμήνη
τί δ᾽ ἔστι; δηλοῖς γάρ τι καλχαίνουσ᾽ ἔπος.
(Τι τρέχει; Φως φανερό, τα λόγια σου φουρτουνιασμένα).
Ἀντιγόνη
οὐ γὰρ τάφου νῷν τὼ κασιγνήτω Κρέων
τὸν μὲν προτίσας, τὸν δ᾽ ἀτιμάσας ἔχει;
Ἐτεοκλέα μέν, ὡς λέγουσι, σὺν δίκης
χρήσει δικαίᾳ καὶ νόμου κατὰ χθονὸς
ἔκρυψε τοῖς ἔνερθεν ἔντιμον νεκροῖς·
τὸν δ᾽ ἀθλίως θανόντα Πολυνείκους νέκυν
ἀστοῖσί φασιν ἐκκεκηρῦχθαι τὸ μὴ
τάφῳ καλύψαι μηδὲ κωκῦσαί τινα,
ἐᾶν δ᾽ ἄκλαυτον, ἄταφον, οἰωνοῖς γλυκὺν
θησαυρὸν εἰσορῶσι πρὸς χάριν βορᾶς.
τοιαῦτά φασι τὸν ἀγαθὸν Κρέοντα σοὶ
κἀμοί, λέγω γὰρ κἀμέ, κηρύξαντ᾽ ἔχειν,
καὶ δεῦρο νεῖσθαι ταῦτα τοῖσι μὴ εἰδόσιν
σαφῆ προκηρύξοντα, καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ἄγειν
οὐχ ὡς παρ᾽ οὐδέν, ἀλλ᾽ ὃς ἂν τούτων τι δρᾷ, 35
φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον ἐν πόλει.
οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα
εἴτ᾽ εὐγενὴς πέφυκας εἴτ᾽ ἐσθλῶν κακή.
(Μήπως και δεν έχει ο Κρέοντας από τα δυο τ' αδέρφια μας
τον ένα θάψει με τιμές , τον άλλο πεταμένο;
Το Ετεοκλή λένε πως έκρυψε στη γη, αφού τον ζύγιασε καλά κατά το νόνο δίκαια, ναπάει με δόξα και τιμή στους πεθαμένους κάτω.
Του Πολυνείκη το κορμί το κακοθάνατο
λένε πως βγήκε προσταγή στην πόλη με τελάλη
κανείς να μην το χώσει, κανείς να μην τον κλάψει
μα να τ' αφήσουν άταφο κι άκλαφτο, στα όρνια
που λιμάζουν για τροφή, γλυκό κεμέρι.
Λένε πως τέτοια πρόσταξε για σένα και για μένα
–φαντάσου και για μένα!– ο καλό μας Κρέοντας
κι έρχεται τώρα εδώ για να τα πει ξεκάθαρα
και στους ανίδεους· στο βρόντο δε μιλάει·
όποιος κινήσει για να πράξει το παραμικρό,
το θάνατο θα βρει στην αγορά με λιθοβολισμό·
έτσι, που λες, μ' αυτά· κοίτα να δείξεις τώρα
αν είσαι παραβλάσταρο ή φύτρωσες γερό βλαστάρι).
Μετάφραση: Κ. Γεωργουσόπουλος (Κ.Χ.Μύρης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...