Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Ο Ουμπέρτο Έκο, τα βιβλία, και το κάθε νέο εργαλείο επικοινωνίας

Ο Ουμπέρτο Έκo στο άρθρο του «The Future of the Book» (Το μέλλον του βιβλίου), το οποίο ανακοινώθηκε σε  Συνέδριο με το ίδιο θέμα  στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο το 1994 (έκδ. Berkeley, University of California Press, 1977) αναφέρεται στην κριτική της νέας τεχνολογίας της γραφής στον πλατωνικό διάλογο Φαίδρο.
Στον Φαίδρο, διάλογο μεταξύ του Σωκράτη και του Φαίδρου, ο Σωκράτης διηγείται τις λαμπρές ανακαλύψεις του θεού Θευθ των Αιγυπτίων, αντίστοιχου του θεού Ερμή, κοντά στη Ναύκρατη: τους αριθμούς, την αρίθμηση, τη γεωμετρία, την αστρονομία, τα παιχνίδια με τους πεσσούς και τους κύβους, και τα γράμματα. Ο Θευθ παρουσίασε αυτές τις εφευρέσεις του στον Φαραώ της Αιγύπτου Θαμούν στις Αιγυπτιακές Θήβες, τονίζοντάς του ότι με τη νέα τεχνολογία, τα γράμματα, οι άνθρωποι θα θυμούνται ό,τι φυσιολογικά θα λησμονούσαν.
Ο Φαραώ όμως αντέταξε ότι τα γράμματα θα προκαλέσουν λησμονιά, διότι οι άνθρωποι θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, αφού στο εξής θα ανακαλούν πράγματα και γεγονότα με εξωτερικά σημάδια και όχι με μια εσωτερική επεξεργασία του νου και συνεχή εξάσκηση της μνήμης. Συνεπώς, ισχυρίζεται ο Σωκράτης, οι άνθρωποι δεν θα γίνουν πιο σοφοί, αλλά δοκησίσοφοι. (247e-275b)
Ο Ουμπέρτο Έκο σημειώνει ότι υποχρεούμαστε να προβληματιζόμαστε για αυτό το παλαιό θέμα κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο εργαλείο επικοινωνίας το οποίο υποτίθεται ή φαίνεται να αντικαθιστά τα βιβλία… Παραπονούμεθα ότι πολλοί άνθρωποι περνούν τις μέρες τους βλέποντας τηλεόραση και δεν διαβάζουν ποτέ ούτε ένα βιβλίο ή εφημερίδα –σίγουρα ένα κοινωνικό και εκπαιδευτικό πρόβλημα–, αλλά συχνά λησμονούμε ότι λίγους αιώνες πριν οι ίδιοι άνθρωποι έβλεπαν το πολύ λίγες τυποποιημένες εικόνες και ήταν αγράμματοι. Συχνά μας παραπλανά η «κριτική των μαζικών μέσων επικοινωνίας από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας», που είναι επιπόλαια… Αναρωτιέμαι αν τα βιβλία θα μπορούσαν να αποτελέσουν το μόνο αξιόπιστο μέσο πληροφόρησης. Εδώ και αρκετά χρόνια ο μόνος τρόπος να μάθει κανείς μια ξένη γλώσσα ήταν, πέρα από το να ταξιδέψει στο εξωτερικό, να μελετήσει μια γλώσσα από ένα βιβλίο. Τώρα τα παιδιά μας συχνά μαθαίνουν άλλες γλώσσες ακούγοντας δίσκους, βλέποντας φιλμ στην πρωτότυπη έκδοση, ή διαβάζοντας τις οδηγίες που είναι τυπωμένες σε ένα κουτί αναψυκτικού… Αν για την εκμάθηση γλωσσών, οι κασέτες είναι καλύτερες από τα βιβλία, ας φροντίσουμε τις κασέτες. Αν η παρουσίαση του Σοπέν με σχολιασμό σε compact disks βοηθά τους ανθρώπους να καταλάβουν τον Σοπέν, μην ανησυχείς που οι άνθρωποι δεν αγοράζουν πέντε τόμους της ιστορίας της μουσικής. Ακόμα και αν είναι αληθές ότι σήμερα η οπτική επικοινωνία κατακλύζει τη γραπτή επικοινωνία, το πρόβλημα δεν είναι να αντιτάξουμε τη γραπτή στην οπτική επικοινωνία. Το πρόβλημα είναι πώς να βελτιώσουμε και τις δύο.

Ο οιονεί φόβος για το καινούργιο
Στην ιστορία της ανθρωπότητας η έλευση ενός νέου τεχνολογικού οργάνου, από την εποχή που πρωτοεμφανίζεται η γραφή μέχρι τη σύγχρονη εποχή με τα νέα μέσα μαζικής επικοινωνίας επιφέρει μεγάλες ανακατατάξεις. Παρουσιάζονται πολλές φορές βίαια νέες μορφές, διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες, φαινόμενα συχνά ακατανόητα. Είναι όμως οπλισμένα με κύρος, είναι ένα κίνημα, ένα ξύπνημα, είναι παιδαγωγικά θετικές φάσεις για τις ανθρώπινες ομάδες που μπορεί να έχουν αποκοιμηθεί σε μια αγιάτρευτη εγκατάλειψη αιώνων.
Ο Ουμπέρτο Έκο παρουσιάζει την προβληματική που αναπτύσσεται στον πλατωνικό διάλογο Φαίδρος για τη νέα τεχνολογία της γραφής στα αρχαϊκά χρόνια, σε μια κοινωνία αποκλειστικά της προφορικής επικοινωνίας. Ενώ εγκωμιάζεται η  νέα τεχνική που επιτρέπει στον άνθρωπο να θυμάται ό,τι φυσιολογικά θα ξεχνούσε,αντιτάσσεται ότι μπορεί να καταστεί επικίνδυνη για τους ανθρώπους επειδή δεν θα είναι υποχρεωμένοι να ασκούν τη μνήμη τους, με αποτέλεσμα να εξασθενήσει η ικανότητα του ανθρώπινου νου. Έτσι τα γράμματα θα προσφέρουν στον άνθρωπο «μια πετρωμένη ψυχή, μια καρικατούρα του νου, μια τεχνητή μνήμη», αφαιρώντας την αρετή της σοφίας που θα μετατραπεί σε δοκησισοφία.
Στη συνέχεια ο Έκο μεταφέρει την ίδια προβληματική στη σύγχρονη εποχή και αφορά τώρα τα βιβλία – την παλαιά τεχνολογία. Η ανησυχία που διατυπώνεται είναι ότι κινδυνεύουν να αντικατασταθούν από τα νέα εργαλεία της οπτικής επικοινωνίας όπως είναι η τηλεόραση, τα compact disks και ο κινηματογράφος.
Στις δύο αυτές αναφορές που κάνει ο γνωστός διανοούμενος εκφράζεται ένας αιώνιος φόβος μπροστά σε κάθε νέο τεχνολογικό απόκτημα το οποίο «μπορεί να εξαλείψει κάτι που θεωρούμε πολύτιμο, ωφέλιμο, κάτι που αντιπροσωπεύει για μας μια αυτοτελή αξία με βαθύ πνευματικό νόημα». Θεωρεί επιβεβλημένο τον προβληματισμό για το καινούργιο σε σχέση με το παλαιό, ωστόσο αυτά τα δύο δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αντίπαλα στρατόπεδα αλλά να εστιασθεί η προσοχή στο να εντοπισθούν τα κακώς κείμενα και να βελτιωθούν και τα δύο.
Το νέο αντιμετωπίζεται πάντοτε με επιφύλαξη, καχυποψία και συχνά εχθρότητα. Υπάρχει η ανησυχία ότι η νέα τεχνολογία θα εκτοπίσει την παλαιά και ο θάνατος της παλαιάς συνήθως προαναγγέλλεται ως επικείμενος. Η παλαιά τεχνολογία όμως έχει αποδειχθεί ότι προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα και μοιράζεται τον χώρο με τη νέα. Οτιδήποτε παλαιό δύναται να εισαχθεί σε ένα ευρύτερο κύκλωμα και να εισχωρήσει σε νέα πλαίσια.  Άρα δεν μπορεί να χάσει τη δύναμή του, αλλά να αποκτήσει μια νέα λειτουργία.
Γνωρίζουμε ότι από την αρχαιότητα ακόμη γίνονταν πολλές συζητήσεις για την αξία των βιβλίων σε σχέση με τον προφορικό λόγο, ακόμη και μεταξύ λογίων συγγραφέων όπως ο Γαληνός, ο οποίος μάλιστα δεν εφείδετο στην έκδοση γραπτών έργων. Στις φιλοσοφικές σχολές θεωρούσαν τα κείμενα περισσότερο ως βοηθήματα στην απομνημόνευση της προφορικής διδασκαλίας του παιδαγωγού. Η γραφή επομένως δεν είναι αναγκαστικά το κατοπτρικό είδωλο και ο καταστροφέας της προφορικότητας. 
Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ενώ τα χειρόγραφα προορίζονταν συνήθως για μια περιορισμένη ελίτ μορφωμένων, η εικόνα ήταν πάντα παρούσα στη μακραίωνη ιστορία είτε μέσω των αναπαραστάσεων σε αρχαία μνημεία και γλυπτά είτε σε ναούς  των διαφόρων θρησκειών. Δίδασκε στις μάζες της εκάστοτε κοινωνίας πρωταρχικά αρχές ηθικής, αλλά και γεγονότα της εθνικής ιστορίας, της γεωγραφίας και της φυσικής ιστορίας.
Με την εφεύρεση της τυπογραφίας ο δυτικός κόσμος συνδέεται στενά με το βιβλίο και εγκαταλείπεται πλέον η ιδέα ότι η γραφή αποτελεί μια απλή και ξεκάθαρη δεξιότητα με καθορισμένες χρήσεις και προβλέψιμες αντιδράσεις.
Υπάρχει η «αισιόδοξη» άποψη για τη χρήση της γραφής προτεινόμενη ως συντελεστής ιστορικών αλλαγών, καθιστώντας εφικτή την επιστημονική επανάσταση, ενώ η  βλαβερή της δύναμη τονίζεται με την άποψη ότι αποτελεί μέσον άσκησης ελέγχου και αντί για πνευματική βελτίωση δημιουργεί δυνατότητες «εκμετάλλευσης». Ένα επιχείρημα που επιβεβαιώνεται από τις αρχαίες ακόμη κοινωνίες, οι οποίες αφού γνώριζαν τη γραφή ήταν πολιτικά και θρησκευτικά κυρίαρχες, ενώ υπήρχε η σχέση της εξουσίας επί των κειμένων και η άσκηση εξουσίας μέσω αυτών.
Στις πολλές διαμάχες που προέκυψαν για την παλαιά και τη νέα τεχνολογία ο Ουμπέρτο Έκο έχει καινοτομήσει με ρεαλιστικές θέσεις. «Τα βιβλία δεν είναι ένα εργαλείο που σκέφτεται αντί για μας· αντίθετα αυτά υποκινούν και άλλες ιδέες», υποστηρίζει, αναφέροντας ως παράδειγμα το αριστούργημα του Μαρσέλ Προυστ «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» που χρωστά την ύπαρξή του στον γραπτό λόγο. Ενώ για τη μνήμη θεωρεί ότι ο γραπτός λόγος δεν τη ναρκώνει, αντιθέτως την ενεργοποιεί και την ενισχύει.
Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις το τυπωμένο βιβλίο δεν εξαφανίσθηκε. Κάθε νέο λοιπόν τεχνολογικό εργαλείο εν δυνάμει αντενεργεί ή αλληλεπιδρά μαζί με άλλες μορφές επικοινωνίας και η εκπαίδευση σήμερα πρέπει να συνυπολογίζει όλα τα μέσα, φθάνει  να χρησιμοποιηθούν  ως όργανα με σαφείς ιδεολογικές και πολιτιστικές προοπτικές.
Ο νέος πολιτισμός θα πρέπει να είναι συμπλήρωμα του παλαιού. Αν η τηλεόραση θα μπορούσε να είναι ένα είδος παραθύρου από το οποίο μπορεί κανείς να δει τον κόσμο σε μορφή εικόνων, η οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή μπορεί να είναι  ένα ευκολοδιάβαστο ιδεατό βιβλίο όπου μπορεί κανείς να διαβάσει ό,τι διαδραματίζεται στον πλανήτη υπό μορφήν λέξεων και σελίδων.
Δεν κυνηγούμε μια ουτοπία αν ισχυρισθούμε ότι οι άνθρωποι μπορούν να διδαχθούν πώς να μετριάσουν την προσλαμβάνουσα εικόνα υπέρ της ενασχόλησης με τις «γραπτές πληροφορίες».
Ο κίνδυνος της δοκησισοφίας, που φοβόταν ο Σωκράτης, θα μπορούσε  να εξαλειφθεί εφόσον η γραπτή επικοινωνία, και τώρα η τηλεόραση και το Διαδίκτυο χρησιμοποιηθούν με το «γράμμα του νόμου» και  «υπό το φως της διανοίας» καθιστώντας όλα αυτά παράγοντες καθοριστικής σημασίας για τη νοημοσύνη.
Εν κατακλείδι, στην ιστορία της ανθρωπότητας η διαδικασία μεταβολής και μετάβασης σε μια νέα μορφή «πολιτιστικών οργάνων εμφανίζεται ως βαθιά κρίση του προηγούμενου πολιτιστικού προτύπου». Αυτή η αδιάκριτη άρνηση επιφέρει διχασμό και μια τυφλή μονομέρεια. Είναι ορθές οι προτάσεις του Ουμπέρτο Έκο και θα ήταν ευχής έργον να χρησιμοποιήσουμε τη νέα τεχνολογία ως μέσο πολιτισμικής παραγωγής που θα μπορεί να σταθεί δίπλα στην παλαιά πολιτισμική αξία σε μια παράλληλη και ευτυχή συνύπαρξη.
Ο άνθρωπος του γαλαξία των πληροφοριών, που προέκυψε από τις τεχνολογικές αλλαγές και τις αναδιευθετήσεις των κοινωνικών δομών των τελευταίων αιώνων είναι ο σημερινός άνθρωπος και σε αυτόν πρέπει να «πέσουν όλα τα φώτα». Εφόσον διαμορφώνεται από τις συνθήκες, να καταστήσουμε τις συνθήκες ανθρώπινες, όπως λέει και ο Μαρξ. Καλό θα είναι να επανεξετάσουμε τις δυνατότητες των μεγάλων καναλιών της επικοινωνίας και –χωρίς να εγκαταλειφθούμε στην ελεύθερη αγορά και στη φιλελεύθερη σοφία τους– να τα μετατρέψουμε  σε  σχολεία γούστου, ηθών και παιδείας. Ας κάνουμε την εξοβελιστέα μαζική κουλτούρα να μεταφέρει ποιοτική μεταλλαγή στο επίπεδο όλων των πολιτών και ας είναι και ταυτόχρονα προϊόν ψυχαγωγίας. Αφού προηγουμένως όμως απομακρυνθούμε από την απλουστευτική διχοτόμηση σε υψηλό και χαμηλό επίπεδο,  αντιμετωπίζοντας και τα δύο ως ποικίλα και συμπληρωματικά.
Από τότε που έχει εκθέσει αυτές τις απόψεις ο Ουμπέρτο Έκο η τεχνολογία προχώρησε πολύ και από μια στιγμή και μετά άρχισε να τρέχει αλματωδώς, αφήνοντας να παρεισφρήσουν και να παρασύρουν, έτσι, και πολλά άχρηστα και επικίνδυνα στοιχεία.
Η οπτική επικοινωνία είναι σήμερα όμως ένα τετελεσμένο γεγονός και μπορεί να συντελέσει, μέσα από διαδικασίες βελτίωσης και εξυγίανσης, στη «διαδικασία εκπολιτισμού» όλων των κοινωνικών ομάδων και, εξυπακούεται, όχι εις βάρος της «γραπτής» επικοινωνίας. Είναι ανάγκη η κάθε κοινωνία να μάθει πώς να δρα στην ιστορία συνειδητοποιώντας τήν κάθε νέα κατάσταση που προκύπτει – έστω, όπως προτείνει, ο Έκο με τη δραστική παρέμβαση της κοινότητας των διανοουμένων. Η ανάγκη ελέγχου της εξέλιξης είναι επιβεβλημένη και συνεπώς αναζητείται η λύση μέσω του προσανατολισμού σε δημιουργικούς στόχους.
Μαρίνα Μαραγκού


Βιβλιογραφία

● Ουμπέρτο Έκο, Κήνσορες και θεράποντες, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 1994
● Rosalind Thomas, Γραπτός και προφορικός λόγος στην Αρχαία Ελλάδα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
● Ουμπέρτο Έκο, Επιστροφή στον Γουτεμβέργιο, απόσπασμα από διάλεξη, εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (29.07.2001).


1 σχόλιο:

  1. Ουμπέρτο Έκο: Ο πρωτο-φασισμός και τα σημάδια του
    Πλήρες σε Ελληνική μετάφραση, το δοκίμιο: Ur - Fascism - New York Review of Books, Vol. 42, Nr 11, 22.6.1995

    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2013/10/blog-post_17.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...